παλάτι

παλάτι
Το ανάκτορο του αυτοκράτορα Αυγούστου που βρισκόταν στον Παλατίνο λόφο. Η αρχική αυτή ερμηνεία του όρου διευρύνθηκε αργότερα και σήμαινε ανάκτορο, μέγαρο. Στα νεότερα χρόνια, με τον όρο παλάτι προσδιορίζεται το βασιλικό ανάκτορο. Τα αρχαιότερα και άξια μνείας π. είναι το π. του Διοκλητιανού στη Δαλματία και τα π. των αυτοκρατόρων του Bυζαντίου, Mέγα ή Ιερό, που ιδρύθηκε από τον Κωνσταντίνο τον Μέγα, Έβδομο ή Νέο και ο Βουκολέων. Άλλα γνωστά π. είναι το παλάτι των Κομνηνών στην Τραπεζούντα, από το οποίο δεν σώζεται τίποτα, του Θενδέριχου ή Θεοδώριχου στη Ραβένα και του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου. Το Μέγα ή Ιερό χτίστηκε στην Κωνσταντινούπολη, κοντά στον Ιππόδρομο με τον οποίο και συγκοινωνούσε. Εκεί έμενε η βασιλική οικογένεια μέχρι την εποχή του Αλεξίου A» Κομνηνού. Το π. αυτό ήταν συγκρότημα πολλών οικοδομών, ανάμεσα στις οποίες και εκείνη των Δεκαεννέα Ακκουβιτών, η οποία ονομάστηκε έτσι γιατί σε αυτήν υπήρχε αίθουσα με 19 κρεβάτια, κατάλληλα για ευωχίες, κατά το αρχαίο πρότυπο (συμπόσια). Μία άλλη οικοδομή λεγόταν Χαλκή, στην οποία έμεναν οι δορυφόροι και οι οπλίτες της ανακτορικής φρουράς. Ονομαστή είναι και η Δάφνη, ανακτορική οικοδομή, που διακρινόταν για την πολυτέλειά της. Ο Ιουστίνος B» (565 – 578) έχτισε μία ακόμα οικοδομή, το Χρυσοτρίκλινο, που τη μεγάλωσε και τη διακόσμησε ο Τιβέριος B» (578 – 582). Πολλοί αυτοκράτορες έχτισαν διάφορα π., παραρτήματα του Ιερού, που ανήκαν στο ίδιο πάντα συγκρότημα. Ο Ιουστινιανός B» o Ρινότμητος (685 – 695) έχτισε το Λαυσιακό τρίκλινο και το Ιουστινιάνειο τρίκλινο και τη φιάλη. Στο πρώτο μισό του 9ου αι. ο Θεόφιλος (829 – 842) προσέθεσε μία νέα σειρά οικοδομών, με κυριότερες τον Τρίκογχο και το Σίγμα. Στον Βασίλειο A» (867 – 886) οφείλουμε το πολυτελέστατο π. Καινούργιον και τη Νέα Εκκλησία και άλλα ιερά του ανακτορικού χώρου. Δύο οικοδομές του π. της Κωνσταντινούπολης που αναφέρονται συχνά από τους χρονικογράφους είναι ο Μουχρουτάς και η Θερμάστρα. Η πρώτη, που λεγόταν και Περσικός δρόμος, ήταν σελτζουκικής αρχιτεκτονικής, κτίσμα του 11ου αι. Για τη Θερμάστρα δεν γνωρίζουμε πολλά. Λέγεται όμως ότι ονομάστηκε έτσι γιατί χτίστηκε στη θέση όπου βρισκόταν λουτρό. Άλλη οικοδομή ήταν η Μαγναύρα η Μαναύρα, όπου οι αυτοκράτορες δέχονταν τους πρέσβεις των ξένων δυνάμεων. Στα χρόνια των Κομνηνών το π. αυτό άρχισε να εγκαταλείπεται για χάρη εκείνου των Βλαχερνών (Νέον). Τμήματα του π. αυτού ήταν το Έβδομον. Οροφή εξαίρετης διακόσμησης στο παλάτι των αρχόντων του Ουρμπίνο στην Ιταλία. Μια άποψη τον παλατιού της Φλωρεντίας, του γνωστού ως Παλάτσο Βέκιο. Η ανέγερση του χρονολογείται από το 1299 κι είναι πιθανώς έργο του Αρνόλφο ντι Κάμπιο. Το παλάτι των Αψβούργων, στις όχθες του Δούναβη, στη Βουδαπέστη, επίτευγμα αρχιτεκτονικής, για την οικοδόμηση του οποίου εργάστηκαν επί πολλά χρόνια εκατοντάδες αρχιτέκτονες και οικοδόμοι. Το παλάτι αυτό, που δεσπόζει στην όλη περιοχή, χρησιμοποιείται τώρα, στο μεγαλύτερο μέρος του, ως έδρα του ουγγρικού κοινοβουλίου. Το Βασιλικό Παλάτι στο Όσλο (φωτ. ΑΠΕ).
* * *
το (ΑΜ παλάτιον, Μ και παλάτιν)
1. ανάκτορο βασιλιά, ηγεμόνα
2. (ειδικά) τα ανάκτορα τών Βυζαντινών αυτοκρατόρων
3. το προσωπικό τών ανακτόρων στο σύνολο του, οι αυλικοί, οι σύμβουλοι τού βασιλιά, η αυλή
νεοελλ.
1. ο βασιλιάς και η βασιλική οικογένεια
2. η βασιλική εξουσία
νεοελλ.-μσν.
μεγαλοπρεπές οικοδόμημα, πολυτελής κατοικία, μέγαρο
μσν.
πιθ. εκκλησία
μσν.-αρχ.
η κατοικία τού θεού, ο παράδεισος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. Palatium].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • παλάτι — το (λ. λατ.) 1. κατοικία του βασιλιά. 2. το προσωπικό του παλατιού. 3. η εξουσία του βασιλιά: Το παλάτι δε συμφωνεί πάντοτε με την κυβέρνηση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Παλατίνων — Παλατί̱νων , Παλατῖνος Palatium fem gen pl Παλατί̱νων , Παλατῖνος Palatium masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Παλατίνην — Παλατί̱νην , Παλατῖνος Palatium fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Παλατίνοις — Παλατί̱νοις , Παλατῖνος Palatium masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Παλατίνου — Παλατί̱νου , Παλατῖνος Palatium masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Παλατίνους — Παλατί̱νους , Παλατῖνος Palatium masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Παλατίνῳ — Παλατί̱νῳ , Παλατῖνος Palatium masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βλαχέρνες — Όνομα ιδιαίτερα συνηθισμένο και δημοφιλές στους Βυζαντινούς. Χρησιμοποιήθηκε κυρίως ως επώνυμο της Παναγίας και παρετυμολογείται πιθανώς από τη φράση βάλε χέρι, που αναφέρεται στην προστασία της Παναγίας. Οι Βυζαντινοί χρονογράφοι μνημονεύουν… …   Dictionary of Greek

  • Ιράκ — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία του Ιράκ Έκταση: 437.072 τ. χλμ. Πληθυσμός: 24.001.816 (2002) Πρωτεύουσα: Βαγδάτη (4.478.000 κάτ. το 1995)Κράτος της νοτιοδυτικής Ασίας στη Μέση Ανατολή. Συνορεύει στα Β με την Τουρκία, στα Δ με τη Συρία και την… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Τέχνη (Σύγχρονη) — Η ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ 19ου & ΤΟΥ 20ού αι. Εξετάζοντας την ελληνική εικαστική δημιουργία σήμερα, μπορούμε να καταλήξουμε στις εξής παραδοχές: α) παρουσιάζει έργα με μεγάλο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”